αυχένας

I
(Γεωγρ.). Όρος με πολλά συνώνυμα (που κάποτε αποτελούν τοπικούς ιδιωματισμούς: διάσελο, δερβένι κλπ.), ο οποίος χαρακτηρίζει ένα χαμηλό σημείο κορυφογραμμής ανάμεσα σε δύο υψώματα. Μέσω αυτών προσδιορίζονται μεταξύ άλλων και τα διάφορα τμήματα των ίδιων των οροσειρών. Από μια γεωμορφολογική δομική άποψη, οι α. μπορεί να αντιστοιχούν σε μια κάμψη υλικών (γεωσύγκλινο) ή σε ένα σημείο λιγότερο ανθεκτικό στους διαβρωτικούς παράγοντες ή ακόμα σε μια ζώνη επαφής ή σε μια θλάση ή ρήγμα· μπορεί ακόμα να είναι κατάλοιπα παλιών πυθμένων κοιλάδων, που αντιστοιχούν στις γειτονικές κυκλικές αναβαθμίδες του ίδιου περίπου ύψους. Οι α., που βρίσκονται στα όρια κοιλάδων λίγο έως πολύ σημαντικών από την άποψη της ανθρωπογεωγραφίας, αποκτούν μεγάλη σπουδαιότητα, εκτός από τις περιπτώσεις της ύπαρξης σηράγγων ή τελεφερίκ (Λευκό Όρος)· αποτελούν πράγματι διάβαση υποχρεωτική, αλλά για ορισμένες εποχές επικίνδυνη για τις σχέσεις ανάμεσα στους διάφορους λαούς με αλληλεξαρτήσεις που αυξάνονται από αλληλοσυμπληρούμενα συμφέροντα.
Γεωπολιτικά, οι α. στην περίπτωση ορεινών φυσικών συνόρων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία (πέρασμα της μεθορίου) για τις σχέσεις μεταξύ γειτονικών κρατών, όπως οι α. των Άλπεων (ιταλικά σύνορα με Γαλλία, Ελβετία, Αυστρία, Σλοβενία), των Πυρηναίων (γαλλικά σύνορα με την Ανδόρα και την Ισπανία), των Άνδεων (αργεντινά σύνορα με τη Χιλή) κλπ.
II
(Ανατ.). Το πίσω τμήμα του τράχηλου των ανθρώπων και των ζώων, ο σβέρκος. Με τον όρο ανατομικός α. κατονομάζονται η αύλακα που βρίσκεται κάτω από την αρθρική κεφαλή του πάνω άκρου του βραχιονίου οστού και το οστούν που έχει κυλινδρικό σχήμα και συνάπτει την κεφαλή με τους τροχαντήρες του μηριαίου οστού, σχηματίζοντας έτσι αμβλεία γωνία. Το πλέγμα που σχηματίζεται από τους κλάδους των τεσσάρων αυχενικών νεύρων, μπροστά και πλάγια από τους αυχενικούς σπόνδυλους, λέγεται αυχενικό πλέγμα. Αυχενικοί εξάλλου σπόνδυλοι λέγονται επτά σπόνδυλοι, που αποτελούν την αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, από το ινίο μέχρι τον πρώτο θωρακικό σπόνδυλο. Ο πρώτος λέγεται επιστροφέας ή άτλας και ο δεύτερος λέγεται άξονας. Ο έβδομος καταλήγει σε μακριά και αγκανθωτή απόφυση.
* * *
ο (AM αὐχήν, -ένος)
1. το πίσω τμήμα του λαιμού, ο σβέρκος
νεοελλ.
1. ο τράχηλος της μήτρας
2. διάβαση ανάμεσα σε δύο ράχες κορυφογραμμής, διάσελο
αρχ.
1. λαιμός, τράχηλος
2. κάθε στενό τμήμα που συνδέει δύο άλλα πλατύτερα, λαιμός
3. (για τη θάλασσα) ισθμός,πορθμός
4. (για την ξηρά) στενό πέρασμα, χαράδρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αυχήν (πρβλ. αρμ. awzi--k' «λαιμός, περιλαίμιο»), αιολ. άμφην (πιθ. και αύφην) είναι αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, τα άμφηνκαι αυχήν πιθ. ανάγονται σε αρχικό τ. *άγχF-ην (πρβλ. αρχ. ινδ. amhu- «στενός», ελλ. άγχω), από τον οποίο ο τ. αυχήν προέκυψε με πρόληψη του -F-. Η λ. αυχήν απαντά στον Όμηρο, στην Ιωνική-Αττική και στον Αριστοτέλη για να δηλώσει «τον λαιμό, τον σβέρκο του ανθρώπου ή των ζώων» (πρβλ. τράχηλος), μεταφορικά δε «τη λουρίδα γης, τον ισθμό ή τον πορθμό», ενώ στον Ηρόδοτο έχει την έννοια «του στενού, της στενής διάβασης». Τέλος, στην ανατομία ο όρος αυχήν χαρακτηρίζει μέρος του μηρού ή της μήτρας», στο ναυτικό δε λεξιλόγιο σημαίνει «τη λαβή του πηδαλίου».
ΠΑΡ. αρχ.-μσν. αυχένιος
αρχ.
αυχενίζω.
ΣΥΝΘ. αρχ.-μσν. εριαύχην, πολυαύχην
αρχ.
αναύχην βρισαύχην, βυσαύχην, γυλιαύχην, δολιχαύχην, καμπυλαύχην, κρατεραύχην, κυρταύχην, λασταύχην, μακραύχην, μεγαλαύχην, μεσαύχην, πλατυαύχην, ριψαύχην, σκληραύχην, στε(ι)ναύχην, στρεψαύχην, τριαύχην, υψαύχην, υψηλαύχην, φριξαύχην, χλωραύχην].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αυχένας — ο 1. το πίσω μέρος του τραχήλου, ο σβέρκος. 2. πέρασμα στο στενότερο μέρος της κορυφογραμμής, διάσελο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐχένας — αὐχήν neck masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καὐχένας — αὐχένας , αὐχήν neck masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παρνασσός — I Hμιορεινός οικισμός (υψόμ. 440 μ.), στην πρώην επαρχία Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λουτρών Ηραίας. II Όρος της κεντρικής Στερεάς Ελλάδας, που εκτείνεται με ΒΔ ΝΑ διεύθυνση στα όρια των νομών Βοιωτίας, Φωκίδας… …   Dictionary of Greek

  • κεστώδεις — Ομοταξία ενδοπαρασιτικών σκουληκιών που ανήκουν στους πλατυέλμινθες· είναι περισσότερο γνωστοί ως ταινίες. Όλα τα μέλη της ομοταξίας έχουν προσαρμοστεί στον παρασιτισμό του πεπτικού σωλήνα των σπονδυλοζώων. Οι κ. δεν έχουν στοματικό άνοιγμα ούτε… …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Βερνάρδος — (γαλλ. Saint Bernardya, ιταλ. San Bernardo). Αυχένας των Άλπεων (2.742 μ.), που συνδέει την Ελβετία (κοιλάδα του Ροδανού) με την Ιταλία (κοιλάδα της Αόστης). Στα νεότερα χρόνια τη δίοδο αυτή χρησιμοποίησαν οι Γαλάτες και οι Ρωμαίοι, καθώς και o… …   Dictionary of Greek

  • вы˫а — ВЫ|˫А (94), Ѣ ( ˫А) с. Шея: и навѩжи ѭ на выи своеи. да бѹдеть съ тобоѭ въинѹ Изб 1076, 19; и поклоньша колѣна. и простьрша вы˫а и жідѹща своѥ˫а съмьрти. ЧудН XII, 66в; ѡбрѣтающимъ же сѩ грѣшникомъ. грамоты на выѩхъ навѩзани имѹщимъ КР 1284,… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • αερσίλοφος — ἀερσίλοφος, ον (Α) (για τόπο) όποιος έχει ψηλό λόφο ή (για πρόσωπα) ψηλό λοφίο περικεφαλαίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ἀερσι (< ἀείρω Ι) + λόφος «λόφος βουνού, λοφίο περικεφαλαίας, ο αυχένας, θύσανος τριχών ή πτερών»] …   Dictionary of Greek

  • αντικούτικας — ο η βάση της κεφαλής, το ινίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι * + κούτικας «ο αυχένας»] …   Dictionary of Greek

  • αστράγαλος — I (Ανατ.). Μικρό κόκαλο (κότσι) στην άκρη του ποδιού. Αποτελεί άρθρωση μεταξύ της κνήμης και της φτέρνας. Έχει σχήμα ανώμαλου κύβου και παρουσιάζει στρογγυλή επιφάνεια στην οποία στηρίζεται το κόκαλο της κνήμης προς τα πίσω. Διακρίνεται στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.